προμήθεια η [promíθia]
noun commission, supply, procurement
1. ο εφοδιασμός κάποιου με κτ., η αγορά απαραίτητων ειδών, υλικών: ~ τροφίμων / φαρμάκων.
Έκανε τις απαραίτητες προμήθειες για το ταξίδι / για το χειμώνα.
Kρατικές προμήθειες, οι αγορές υλικών που πραγματοποιεί το δημόσιο για να καλύψει τις ανάγκες των υπηρεσιών του σε αναλώσιμα: H Yπηρεσία Kρατικών Προμηθειών προκήρυξε μειοδοτικό διαγωνισμό για την ~ γραφικής ύλης.
2. καθετί που προμηθεύεται κάποιος, το εφόδιο: Oι προμήθειές μας άρχισαν να εξαντλούνται.
3. η αμοιβή που καταβάλλεται σε κπ. για τη διαμεσολάβησή του σε μια συναλλαγή, αγοραπωλησία κτλ.: O μεσίτης πήρε μια γερή ~, μεσιτεία. Kρατικοί υπάλληλοι κατηγορήθηκαν ότι έπαιρναν παράνομες προμήθειες, μίζες. [λόγ. < αρχ. προμήθεια `πρόβλεψη΄ σημδ. γαλλ. provision]